λαμβάνω

λαμβάνω 1. брать; 2. (брать силой) овладевать; 3. принимать

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "λαμβάνω" в других словарях:

  • λαμβάνω — a pres subj act 1st sg λαμβάνω a pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λαμβάνω — λαμβάνω, έλαβα βλ. πίν. 165 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • λαμβάνω — και λαβαίνω (AM λαμβάνω, Α και λαββάνω, Μ και λαβάνω και λαβαίνω) 1. παίρνω κάτι στα χέρια μου ή πιάνω κάτι με τα χέρια μου και τό κρατώ (α. «λήψῃ δὲ μοσχάριον ἐκ βοῶν ἕν... καὶ ἄρτους ἀζύμους πεφυραμένους ἐν ἐλαίω», ΠΔ β. «χείρεσσι λαβὼν… …   Dictionary of Greek

  • εἰλημμένα — λαμβάνω a perf part mp neut nom/voc/acc pl εἰλημμένᾱ , λαμβάνω a perf part mp fem nom/voc/acc dual εἰλημμένᾱ , λαμβάνω a perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἴληφθε — λαμβάνω a plup ind mp 2nd pl λαμβάνω a perf imperat mp 2nd pl λαμβάνω a perf ind mp 2nd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λαμβάνεσθε — λαμβάνω a pres imperat mp 2nd pl λαμβάνω a pres ind mp 2nd pl λαμβάνω a imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λαμβάνετε — λαμβάνω a pres imperat act 2nd pl λαμβάνω a pres ind act 2nd pl λαμβάνω a imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λαμβάνῃ — λαμβάνω a pres subj mp 2nd sg λαμβάνω a pres ind mp 2nd sg λαμβάνω a pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰλημμέναι — λαμβάνω a perf part mp fem nom/voc pl εἰλημμένᾱͅ , λαμβάνω a perf part mp fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰλημμένον — λαμβάνω a perf part mp masc acc sg λαμβάνω a perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰλημμένω — λαμβάνω a perf part mp masc/neut nom/voc/acc dual λαμβάνω a perf part mp masc/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.